καρό

καρό
το
(άκλ., λ. γαλλ.)
1. μία από τις τέσσερις σειρές των τραπουλόχαρτων, της οποίας διακριτικό είναι ο κόκκινος ρόμβος: Είχα στο χέρι μου βαλέ καρό.
2. διακοσμητικό σχέδιο με ρόμβους ή αυτός που είναι διακοσμημένος με τέτοιο σχέδιο: Aγόρασα μια καρό φούστα.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • κάρο — (Carum). Ποώδες φυτό, ύψους 30 45 εκ., με λευκά ή –σπανιότερα– ρόδινα άνθη, που φύεται σε λιβάδια ορεινών περιοχών. Το γένος περιλαμβάνει περίπου 30 είδη, που ευδοκιμούν όλα στο βόρειο ημισφαίριο· έξι από αυτά συναντώνται και στα ελληνικά λιβάδια …   Dictionary of Greek

  • κάρο — το (λ. ιταλ.), φορτηγό αμάξι, σούστα: Πήρε ένα κάρο για να μεταφέρει τα προϊόντα του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κάρο, Άντονι — (Sir Anthony Caro, Νιου Μάλντεν, Σάρεϊ 1924 –). Άγγλος γλύπτης. Αποφοίτησε από το πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ το 1944 και στη συνέχεια σπούδασε γλυπτική στη Βασιλική Ακαδημία του Λονδίνου (1946 52). Προκάλεσε την προσοχή του κοινού το 1963 με μια… …   Dictionary of Greek

  • καρό — (Carum). Ποώδες φυτό, ύψους 30 45 εκ., με λευκά ή –σπανιότερα– ρόδινα άνθη, που φύεται σε λιβάδια ορεινών περιοχών. Το γένος περιλαμβάνει περίπου 30 είδη, που ευδοκιμούν όλα στο βόρειο ημισφαίριο· έξι από αυτά συναντώνται και στα ελληνικά λιβάδια …   Dictionary of Greek

  • Κάρο, Γκεόργκ — (Georg Karo, 1871 – 1964). Γερμανός αρχαιολόγος. Φοίτησε στη φιλοσοφική σχολή των πανεπιστημίων του Μονάχου και της Βόνης, όπου και αναγορεύθηκε υφηγητής της αρχαιολογίας το 1902. Χρημάτισε διευθυντής της Γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής Αθηνών… …   Dictionary of Greek

  • Κάρο, Χοσέ Εουσέμπιο — (José Eusebio Caro, 1817 – 1853). Κολομβιανός ποιητής, δημοσιογράφος και πολιτικός. Το 1836 ίδρυσε το φιλολογικό περιοδικό Λα εστρέλα νασιονάλ και τον επόμενο χρόνο την ημερήσια εφημερίδα Ελ Γκραναντίνο. Διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην πολιτική… …   Dictionary of Greek

  • άμαξα και άρμα — Δύο πανάρχαια μέσα συγκοινωνίας, γνωστά με διάφορες παραλλαγές σχεδόν σε όλους τους λαούς. Η ά. γεννήθηκε από την προσαρμογή στο έλκηθρο (που ήταν γνωστό από το 7000 π.Χ.) του τροχού, ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ως βιοτεχνικό και… …   Dictionary of Greek

  • καριά — Ιστορική γεωγραφική περιοχή της νοτιοδυτικής Μικράς Ασίας. Βρίσκεται απέναντι από τη Σάμο, την Πάτμο, την Κάλυμνο, την Κω, τη Νίσυρο, την Τήλο, τη Σύμη και τη Ρόδο. Στα Β ορίζεται από τη Λυδία, με φυσικό σύνορο τον ποταμό Μαίανδρο, και στα Α από… …   Dictionary of Greek

  • καριάτικα — και καρριάτικα, τα [κάρο] αμοιβή για μεταφορά με κάρο, αμαξιάτικα …   Dictionary of Greek

  • σκουπιδόκαρο — το, Ν (παλαιότερα) το κάρο που μάζευε τα σκουπίδια από τους δρόμους. [ΕΤΥΜΟΛ. < σκουπίδι + κάρο] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”